Η απίστευτη σχέση μου με το μωρό μου




To 1958, o Βρετανός ψυχίατρος John Bowlby εισήγαγε τον όρο προσκόλληση. Με τον όρο αυτό αναφέρεται στη σταθερή σχέση, τον ισχυρό δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και στην μητέρα ή/και σε άλλα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος, τα οποία φροντίζουν το παιδί, καθώς και στην επιλεκτική προτίμησή του προς τα πρόσωπα αυτά.

Η προσκόλληση είναι η πρώτη διαπροσωπική σχέση που διαμορφώνει το άτομο, με σημαντικές επιπτώσεις στην συναισθηματική του και κοινωνική του ανάπτυξη. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της ψυχανάλυσης, αυτή η πρώτη διαπροσωπική σχέση μητέρας παιδιού αποτελεί το πρότυπο πάνω στο οποίο διαμορφώνονται όλες οι μετέπειτα διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου.

Τα βασικά στάδια – φάσεις της προσκόλλησης είναι τρία:

Το πρώτο στάδιο είναι το στάδιο της αδιαφοροποίητης προσκόλλησης, όπου το βρέφος δείχνει σημεία προσκόλλησης, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ξεκινάει από την 8η βδομάδα και διαρκεί ως τον 5ο – 6ο μήνα. Σε αυτήν την φάση το παιδί μπορεί να κλαίει και να νιώθει δυσφορία, αν κάποιος που το κρατάει αγκαλιά, το αφήσει μόνο του στην κούνια, όποιο και αν είναι το πρόσωπο αυτό. Επίσης, μπορεί να προσηλώνει το βλέμμα του ή και να γελάει αδιάκριτα στο ανθρώπινο πρόσωπο, ακόμη και σε σχεδίασμα προσώπου.



Η δεύτερη φάση είναι αυτή της μονοπροσωπικής προσκόλλησης, όπου το βρέφος δείχνει σαφή διαφορική προσκόλληση σε ένα πρόσωπο, το οποίο συνήθως είναι η μητέρα. Εκδηλώνει έντονες αντιδράσεις προσκόλλησης στο συγκεκριμένο πρόσωπο μεταξύ 5ου και 7ου μήνα, που γίνονται εντονότερες τους επόμενους 3-4 μήνες, ενώ σε αυτήν την φάση εμφανίζεται και το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα.

Η τρίτη φάση είναι αυτή της πολυπροσωπικής προσκόλλησης, που εμφανίζεται μετά από μερικούς μήνες και το βρέφος πλέον διευρύνει τις προσκολλήσεις του σε ένα ακόμη άλλο πρόσωπο και αργότερα σε περισσότερα. Στον 18ο μήνα τα περισσότερα βρέφη έχουν αναπτύξει πολλαπλές προσκολλήσεις- προς την μητέρα, τον πατέρα, την γιαγιά και τον παππού ή/και τα αδέλφια, σε οποιοδήποτε μέλος, δηλαδή, του περιβάλλοντος διατηρεί μαζί του μια στενή και σταθερή αλληλεπίδραση.

Το παιδί δεν αναπτύσσει προσκόλληση προς το πρόσωπο που βρίσκεται μαζί του τον περισσότερο χρόνο και που το περιποιείται, αλλά προς το πρόσωπο που του προσφέρει κοινωνικά ερεθίσματα και διαπροσωπικές εμπειρίες.



Σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη της προσκόλλησης είναι η ετοιμότητα και η προθυμία της μητέρας για άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του παιδιού.

Οι αντιδράσεις του βρέφους που δείχνουν προσκόλληση είναι το κλάμα, το χαμόγελο, το βάβισμα, η προσήλωση του βλέμματος κ.ά., που το βοηθούν να στρέψει την προσοχή και τις ενέργειες των άλλων προς τις ανάγκες του. Οι σηματοδοτικές αυτές αντιδράσεις με την πάροδο του χρόνου εκδηλώνονται επιλεκτικά προς ορισμένα μόνο πρόσωπα και αποκτούν επικοινωνιακή και διαπροσωπική χροιά.

Της Ιωάννας Μπάτζου, Ψυχολόγου Α.Π.Θ. – Νηπιαγωγού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

[via]







Facebook Comments